σιβυλλιστής

ὁ, Α
1. αυτός που πίστευε στη Σίβυλλα
2. αυτός που προφήτευε το μέλλον με βάση τα σιβύλλεια βιβλία
3. (κατ' επέκτ.) μάντης, προφήτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Σίβυλλα + κατάλ. -ιστής*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Σιβυλλισταί — Σιβυλλιστής believer in the Sibyl masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σιβυλλιστάς — Σιβυλλιστά̱ς , Σιβυλλιστής believer in the Sibyl masc acc pl Σιβυλλιστά̱ς , Σιβυλλιστής believer in the Sibyl masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.